Φρούριο Φαναρίου


 

Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό βυζαντινό οχυρό, κτισμένο σε περίοπτη θέση στρατηγικής σημασίας. Αποτελούσε την ακρόπολη οικισμού που υπήρχε εδώ στα βυζαντινά χρόνια. Ο οικισμός αναφέρεται για πρώτη φορά στις πηγές το 1289, σε ένα χρυσόβουλο του βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β’ Παλαιολόγου. Το Φανάρι συνδέεται με τη βυζαντινή αρχοντική οικογένεια των Γαβριηλόπουλων, οι οποίοι  είχαν συγκεντρώσει μεγάλη περιουσία στον κάμπο, όπως και με το μεγάλο μοναστήρι της Παναγίας Λυκουσάδας, που βρισκόταν στα νότια του κάστρου. Το φρούριο καταλήφθηκε το 1393 για πρώτη φορά από τους Τούρκους, οι οποίοι εγκατέστησαν στρατιωτική φρουρά και το χρησιμοποίησαν ως προπύργιο κατά των ανυπότακτων κατοίκων των Αγράφων αλλά και για τον έλεγχο των πληθυσμών του κάμπου. Στους επόμενους αιώνες επισκευάσθηκε πολλές φορές και χρησιμοποιήθηκε ως οχυρό μέχρι τον 20ό αιώνα.

 

Η αρχική του φάση του φρουρίου ανάγεται στον 13ο αιώνα και η κατασκευή του συνδέθηκε με τον έλεγχο και την προστασία των διαβάσεων της Πίνδου, ιδιαίτερα της οδού που συνέδεε τα Τρίκαλα με την Άρτα, αλλά και με την εποπτεία μεγάλου μέρους του Θεσσαλικού κάμπου. Ο οχυρωματικός περίβολος περικλείει έκταση 2,6 στρεμμάτων. Έχει πολυγωνικό σχήμα και ενισχύεται κατά διαστήματα από έξι πύργους. Η είσοδος γίνεται από τοξωτή πύλη στη νότια πλευρά. Στο εσωτερικό του φρουρίου έχει αναστηλωθεί η πυριτιδαποθήκη, ένα λιθόκτιστο ορθογώνιο καμαροσκέπαστο κτίριο, ενώ αποκαλύφθηκαν με ανασκαφική έρευνα δεξαμενές, ερείπια οικιών και δίκτυο με λιθόστρωτα μονοπάτια. Μεγάλο δίχωρο ορθογώνιο κτίριο δίπλα στην πύλη σχετίζεται μάλλον με τις ανάγκες της φρουράς. Στο κέντρο περίπου του φρουρίου υπήρχε τζαμί, το οποίο διαδέχθηκε παλιότερο κτίριο με μικρό λουτρό. Η πλειοψηφία των κτισμάτων χρονολογούνται στην ύστερη περίοδο της Οθωμανικής κατοχής (18ος-19ος αι.) και φαίνεται ότι η έντονη χρήση του την περίοδο αυτή εξαφάνισε τα ίχνη των παλαιότερων περιόδων.