Αρχαϊκός Ναός Απόλλωνα


Ο αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα Μοσχάτου της Δ.Ε. Πλαστήρα του Δήμου Λίμνης Πλαστήρα, στη θέση «Λιανοκόκκαλα», 12 χιλ. δυτικά της Καρδίτσας και 2 χιλ. περίπου δυτικά της Μητρόπολης, σε ένα πλάτωμα νότια της κοίτης του ποταμού Λαπαρδά ή Γαβρία στα δεξιά του δρόμου που οδηγεί από τη Μητρόπολη στη Μονή Κορώνας και στη λίμνη Πλαστήρα. Η θέση του στην αρχαιότητα ανήκε σύμφωνα με την διοικητική διαίρεση της αρχαίας Θεσσαλίας στην τετράδα της Εστιαιώτιδας που εκτείνονταν στο ΒΔ τμήμα του θεσσαλικού κάμπου και συγκεκριμένα εντός της «χώρας» της αρχαίας Μητρόπολης ενός από τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα της αρχαίας Θεσσαλίας κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, που παραμένει θαμμένο κάτω από το σύγχρονο ομώνυμο χωριό.  Με αφορμή την έντονη λαθρανασκαφική δραστηριότητα ξεκίνησε το 1994 η ανασκαφή, η οποία συνεχίστηκε μέχρι το 1997, φέρνοντας ανέλπιστα στο φως έναν εκατόμπεδο περίπτερο δωρικό ναό με εσωτερική κιονοστοιχία που χρονολογείται λίγο πριν τα μέσα του 6ου αι π. Χ. (560-550 π.Χ.) με βάση το λατρευτικό χάλκινο άγαλμα, τον τύπο των δωρικών κιονοκράνων και την τυπολογία των ηγεμόνων καλυπτήρων της στέγης. Ο ναός είχε προσανατολισμό προς τα ανατολικά και με βάση τα σωζόμενα στη θέση τους κατώτερα τμήματα των σπονδύλων των κιόνων συμπεραίνουμε ότι διέθετε πέντε (5) δωρικού ρυθμού κίονες στις στενές πλευρές και έντεκα (11) στις μακριές κατασκευασμένους από ντόπιο μαλακό ψαμμόλιθο, όπως και όλα τα υπόλοιπα λίθινα αρχιτεκτονικά στοιχεία του. Βρέθηκε έτσι όπως τον καταπλάκωσε η στέγη του, όταν κατάρρευσε από φωτιά στα μέσα του 2ου αι π. Χ. σύμφωνα με τα κινητά ευρήματα, που βρέθηκαν μέσα στο στρώμα καταστροφής. Μετά από την πυρκαγιά εγκαταλείφθηκε. Όλα τα λίθινα στοιχεία του, οι κίονες, οι στυλοβάτες, οι ορθοστάτες, το λατρευτικό βάθρο αλλά και το λατρευτικό άγαλμα βρέθηκαν στη θέση που τα έριξε η φωτιά, κάτω ακριβώς από το στρώμα στάχτης και των πεσμένων κεραμιδιών της στέγης, το οποίο «σφράγισε» το ναό από τη στιγμή της καταστροφής του μέχρι την αποκάλυψή του. Στη διάρκεια της λειτουργίας του ο ναός φαίνεται ότι υπέστη επισκευές και μετατροπές, όπως σταδιακή αντικατάσταση ξύλινων στοιχείων με λίθινα, διαμόρφωση του εσωτερικού του σηκού και επισκευές στην κεράμωση της στέγης. Παρά την εκτεταμένη καταστροφή του, η οποία είναι αναγνωρίσιμη ακόμη και σήμερα, ο ναός σώζεται σε μήκος 31,00 μ. και πλάτος 13,75 μ. Η μορφολογία των κιόνων του είναι αυτή που καθιστά το ίδιο το μνημείο μοναδικό. Αυτό που τους διαφοροποιεί από τον κανονικό δωρικό ρυθμό είναι η ανάγλυφη διακόσμηση από επαναλαμβανόμενα μοτίβα κλειστών και ανοιχτών ανθέων λωτού, που καταλαμβάνει ολόκληρο τον εχίνο τους. Επιπλέον τα κιονόκρανα παρουσιάζουν μεταξύ τους μορφολογικές διαφορές, τόσο ως προς το προφίλ του εχίνου, όσο και ως προς το σχέδιο της ανάγλυφης διακόσμησης, που διαφέρει από κιονόκρανο σε κιονόκρανο. Οι διαφορές αυτές πιθανόν υποδεικνύουν ότι ο ναός είχε αρχικά κατασκευαστεί με ξύλινους κίονες στο πτερό, οι οποίοι σταδιακά αντικαταστάθηκαν με λίθινους και ίσως από διαφορετικούς τεχνίτες. Οι μετατροπές αυτές πρέπει να έγιναν σε μεγάλο χρονικό διάστημα γεγονός που ενισχύεται από τις διαφορές που εμφανίζονται στο πάχος των κιόνων, στις διαστάσεις των τυμπάνων και στα κιονόκρανα. Ο σηκός διαστάσεων 24,00 Χ 8,50 μ. ήταν στην α΄ φάση του μονομερής με πιθανή είσοδο στην ανατολική πλευρά του, η οποία έχει υποστεί μαζί με το ανατολικό τμήμα του πτερού και τη μεγαλύτερη καταστροφή από τις συνεχόμενες λαθρανασκαφές. Οι τοίχοι του ήταν κτισμένοι στο κατώτερο τμήμα τους με ορθοστάτες από τον ίδιο μαλακό ψαμμόλιθο και πάνω από αυτούς με ωμές πλίθρες. Το εσωτερικό του αποκαλύφθηκε γεμάτο από τμήματα καμένων και διαλυμένων πλιθιών των τοίχων και το δάπεδό του καλύπτονταν από ένα πυκνό στρώμα από πεσμένα κεραμίδια στέγης με κατά τόπους ίχνη καμένου οργανικού υλικού (ξύλου), και στάχτης, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι ο ναός καταστράφηκε από πυρκαγιά. Με τη σταδιακή αφαίρεση του στρώματος καταστροφής διαπιστώθηκε ότι ο σηκός είχε στον κατά μήκος άξονα του μία εσωτερική κιονοστοιχία από πέντε (5) ξύλινους κίονες ή πεσσούς, όπως δηλώνουν οι σωζόμενες λίθινες βάσεις τους, που υποβάσταζαν το βάρος της στέγης και μια παραστάδα στο μέσον του δυτικού τοίχου. Το δάπεδό του, όπως και το δάπεδο των πτερών φαίνεται πως ήταν πήλινο. Στο μέσον περίπου του σηκού μπροστά από τον τρίτο κίονα της εσωτερικής κιονοστοιχίας και σε επαφή με αυτόν υπάρχει ορθογώνιο βάθρο για τα λατρευτικά αγάλματα του ναού. Πεσμένο πάνω και δίπλα σε αυτό βρέθηκε σε τρία μέρη το χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα στον τύπο του οπλίτη. Το γεγονός ότι βρέθηκε πάνω στο βάθρο, στην ίδια σχεδόν θέση, όπου λατρεύονταν για αιώνες, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι το άγαλμα είναι λατρευτικό. Το άγαλμα ύψους 0,82 μ., με βάση τα τεχνοτροπικά χαρακτηριστικά του χρονολογείται στα μέσα του 6ου αι π.Χ.. Η μορφή φορά στο κεφάλι κωνικό κράνος με επαυχένιο, θώρακα στο στήθος, στα χέρια περιβραχιόνια και περιπήχια και στα πόδια περικνημίδες. Από τη στάση των χεριών υποθέτουμε πως στο σηκωμένο δεξί χέρι ο θεός κρατούσε δόρυ από το οποίο σώζεται το ανώτερο τμήμα του, ενώ στο αριστερό πιθανόν τόξο. Η ταύτιση του χάλκινου αγάλματος με τη θεϊκή μορφή του Aπόλλωνα αν και αρχικά προβληματική, καθώς η απεικόνιση του θεού ως οπλίτη και μάλιστα με πλήρη εξοπλισμό, είναι σπάνια, επιβεβαιώνεται από το κείμενο μιας ενεπίγραφης αναθηματικής στήλης του 4ου αι. π.Χ. που βρέθηκε σε κομμάτια μέσα στο σηκό του ναού. Τέλος από παραστάσεις νομισμάτων της αρχαίας Μητρόπολης στην περιφέρεια της οποίας βρίσκονταν ο ναός, επιβεβαιώνεται η λατρεία του Απόλλωνα στην πόλη. Σε μία δεύτερη οικοδομική φάση φαίνεται πως διαμορφώθηκε άδυτο με την προσθήκη ενός εγκάρσιου τοίχου από ωμά πλιθιά στο πίσω δυτικό τμήμα του σηκού, Κατά τον ανασκαφέα, με την ίδια οικοδομική φάση θα πρέπει να συσχετιστούν η επέκταση του μήκους του λατρευτικού βάθρου και η κατασκευή κτιστού από ωμά πλιθιά θρανίου στην εσωτερική παρειά του βόρειου τοίχου του σηκού και κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του τοίχου του αδύτου. Ο ναός διέθετε δίρριχτη στέγη, που σχημάτιζε αετώματα στις στενές πλευρές του ναού με ξυλοδεσιά εσωτερικά και πήλινα κεραμίδια. Κατά τις ανασκαφές δεν βρέθηκε κανένα λίθινο αρχιτεκτονικό μέλος που θα μπορούσε να αποδοθεί σε επιστύλιο ή τρίγλυφα και μετόπες, έτσι θεωρείται ότι ο θριγκός του ναού ήταν ξύλινος και δεν πρόλαβε ποτέ να αντικατασταθεί με λίθινα στοιχεία, όπως σε άλλους σύγχρονούς του μνημειώδεις ναούς. Tα κεραμίδια ήταν κορινθιακού τύπου και στις μακριές πλευρές του ναού κατέληγαν σε ακροκέραμα με συμφυείς διακοσμημένους ηγεμόνες καλυπτήρες και στρωτήρες χωρίς σίμη. Τα ακροκέραμα είχαν πεντάπλευρη απόληξη με ανάγλυφα άνθη και βλαστούς. Σε αρκετά από τα κεραμίδια σώζονται τετράγωνα σφραγίσματα με τα ονόματα είτε κεραμέων είτε δημοσίων προσώπων, όπως και αναφορά του εθνικού ονόματος των Μητροπολιτών που υποδηλώνουν ότι η στέγη υπέστη τουλάχιστον δύο επισκευές μέσα στον 3ο και 2ο αι. π.Χ.. Στις στενές πλευρές του ο ναός διέθετε αετώματα πιθανόν με πήλινες γλυπτές συνθέσεις από τις οποίες βρέθηκαν μόνο ελάχιστα θραύσματα. Μόνο πάνω από τα αετώματα φαίνεται να υπήρχε σίμη και γείσο τα μέτωπα των οποίων έφεραν γραπτή διακόσμηση με ζώνες πλοχμού και γεωμετρικά μοτίβα. Πιθανή είναι και η ύπαρξη ακρωτηρίων τουλάχιστον στην κορυφή των αετωμάτων, καθώς βρέθηκε σε τμήματα πήλινη προτομή ίππου σχεδόν σε φυσικό μέγεθος η οποία αποτελούσε μάλλον το κεντρικό ακρωτήριο του αετώματος πάνω από την ανατολική είσοδο του ναού. Ο αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα είναι ο καλύτερα διατηρημένος αρχαίος μνημειακός ναός στη Θεσσαλία. Εκτός από εξαιρετικό παράδειγμα της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής μέσα από τη μοναδικότητα και τους νεωτερισμούς του, δίνει σημαντικές πληροφορίες για τις ιστορικές εξελίξεις και τις λατρευτικές πρακτικές της περιοχής και ως μνημείο εξελίσσονταν παράλληλα με αυτές μέσα στο πέρασμα των αιώνων.